Εικονογράφηση

Απόσπασμα
Το πρώτο που είδε μπαίνοντας ήταν ο Πέντρο ο θυρωρός, που χόρευε επιτόπου σάμπα στους ήχους ενός μεγάλου κασετόφωνου, που το κρατούσε κολλημένο στο αυτί του, ανοιγμένο στη διαπασών. Πίσω του, ένας παπαγάλος με πράσινο λοφίο και κόκκινη ουρά έλεγε και ξανάλεγε με τη στριγκή φωνή του τις ίδιες πάντα λέξεις:
- Δώδεκα-δύο, δώδεκα-δύο, δώδεκα-δύο...
- Θα ήθελα ένα μονόκλινο δωμάτιο με λίγη ησυχία, φώναξε δυνατά για ν' ακουστεί ο Τιμόθεος.
- Τι είπατε; ρώτησε ο Πέντρο χωρίς να χαμηλώσει την ένταση του κασετόφωνου.
- Ένα μονόκλινο με λίγη ησυχία, επανέλαβε ακόμα πιο δυνατά ο Τιμόθεος.
- Δε σας ακούω.
- Μονόκλινο με λίγη ησυχία! ούρλιαξε ο Τιμόθεος.
- Μη φωνάζετε έτσι, γιατί έχουμε δυο τρεις ηλικιωμένους πελάτες που θέλουνε ησυχία, τον μάλωσε ο Πέντρο. Εγώ βέβαια δε συμφωνώ. Η ησυχία μου δίνει στα νεύρα.
- Έχετε δωμάτιο ή όχι; έτριξε τα δόντια του ο Τιμόθεος.
Ο Πέντρο ή δεν άκουσε ή αγνόησε την ερώτηση.
- Δε μου λες; Ξέρεις να χορεύεις σάμπα; τον ρώτησε.
- Όχι! παραδέχτηκε ο Τιμόθεος.
- Μη σε νοιάζει. Θα σε μάθω! φώναξε ο Πέντρο και τον άρπαξε από τη μέση.